Kodachrome

Κείμενο,Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κουντουπίδης
 

Στο Kodachrome Ed Harris υποδύεται τον Ben , έναν ηλικιωμένο και καταξιωμένο επαγγελματικά φωτογράφο, ένα πρότυπο για τους νέους του χώρου κι έναν αξιοσέβαστο καλλιτέχνη στα μάτια των παλιών. Έχει χαράξει τα αρχικά του βαθιά και ανεξίτηλα στον κόσμο της φωτογραφίας κι έχει δώσει όλο του το είναι, με προσωπικές θυσίες, γι’ αυτό που αγαπάει περισσότερο στη ζωή.

Ο γιος του απ’ την άλλη o Matt, τον οποίον ενσαρκώνει ο Jason Sudeikis, δεν έχει την ίδια επιτυχία στη δουλειά του ούτε και την ίδια γνώμη για τον πατέρα του. Κυνηγός ταλέντων σε μια δευτεροκλασάτη δισκογραφική εταιρεία, βρίσκεται στα πρόθυρα της απόλυσης, αν δεν καταφέρει να προσελκύσει στο δυναμικό της εταιρείας ένα ανερχόμενο συγκρότημα.  Σ’ αυτήν τη δύσκολη φάση, τον επισκέπτεται στο γραφείο του η νοσοκόμα και προσωπική βοηθός του πατέρα του. Εκεί του ανακοινώνει πως ο πατέρας του, με τον οποίον έχει αποξενωθεί εδώ και χρόνια, διανύει τις τελευταίες μέρες του πάνω στη Γη και τον θέλει μαζί του σε ένα μακρινό ταξίδι 7 ημερών προς το Κάνσας. Σκοπός του είναι να εκτυπώσει σε μορφή Kodachrome κάτι παλιά φιλμ που τα είχε να σκονίζονται στο ράφι, λίγο πριν καταργηθεί για πάντα αυτού του είδους η εκτύπωση σε slides.

Σ’ αυτήν την πρόταση ο Matt αρχικά εμφανίζεται κάθετα αρνητικός δίνοντας την εντύπωση ότι μισεί τον πατέρα του κι ότι τον θεωρεί ένα κυνικό ρεμάλι που του αξίζει να πεθάνει. Τον κατηγορεί μάλιστα πως δεν του φέρθηκε ποτέ σαν πατέρας και δε σεβάστηκε τη συχωρεμένη τη μητέρα του, μια και μοίραζε το πουλί του δεξιά κι αριστερά όπως μοιράζει η pizza fan τα κουπόνια της. Μετά από λίγες μέρες και ψήσιμο, εν τέλει πείθεται να συνοδέψει τον Ben και τη βοηθό του Ζοe (Elizabeth Olsen) στο Κάνσας κι έτσι ξεκινάει ένα πολύ ενδιαφέρον roadtrip. Ενδιαφέρον γιατί εστιάζει σε βαθιά προβληματικές σχέσεις χωρίς να προσπαθεί να τις αμβλύνει, τουλάχιστον όχι για μεγάλο μέρος της ταινίας.

Oι συνταξιδιώτες, βαθιά πληγωμένοι από διάφορες καταστάσεις, προσπαθούν αρχικά να ανεχθούν ο ένας τον άλλον ενώ προς το τέλος σε μια συγκινητική στιγμή ανάμεσα σε πατέρα και γιο καταλήγουν όχι να αποδέχονται απαραίτητα αλλά έστω να καταλαβαίνουν ο ένας τη συμπεριφορά του άλλου. Αυτή η κατανόηση είναι που φέρνει τη λύτρωση, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι ξεδιπλώνεται στιγμή-στιγμή όλη τους ή ζωη, όπως ακριβώς  οι φωτογραφίες του φιλμ διαδέχονται η μία την άλλη.

https://www.youtube.com/watch?v=g3IvVejktJE

Joe Bonamassa The Ballad of John Henry

Κείμενο,Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κουντουπίδης
 

Ο Joe Bonamassa είναι ένας απ’ τους πιο ιδιαίτερους κιθαρίστες στον κόσμο τη σήμερον ημέρα. Λάτρης των blues και της rock μουσικής, τα έχει συγκεράσει στις συνθέσεις του με τον καλύτερο τρόπο. Εντυπωσιακός στο παίξιμό του με μελωδικά κιθαριστικά σόλο και δυναμικά riffs, άλλοτε απλός κι ευθύς κι άλλοτε βιρτουόζος, σου δίνει την εντύπωση ότι μπορεί με εκνευριστική ευκολία να παίξει τα πάντα. Όμως παίζει αυτά που εκείνος γουστάρει και ακούει από μικρό παιδί.

Το The ballad of John Henry αποτελεί το πρώτο τραγούδι του ομώνυμου δίσκου του, που κυκλοφόρησε το 2009 και είναι το απόλυτο τραγούδι. Το γερό του μπάσιμο στην αρχή, τα ορχηστρικά αλά Zeppelin περάσματα, οι κολλητικές φωνητικές μελωδίες (ξέχασα ν’ αναφέρω ότι ο Bonamassa είναι και τραγουδιστής στην μπάντα του) και η γενικότερη ατμόσφαιρα που αποπνέει με τη λίγη συνθετική φαντασία που απαίτησε απ’ τον δημιουργό του, είναι υπεραρκετά για να σε κάνουν να ακούσεις το τραγούδι (κι έπειτα τον υπόλοιπο δίσκο που δεν πάει πίσω) ξανά και ξανά. Γιατί πάνω απ΄ όλα μετράει η αίσθηση που σου αφήνει, ότι πρόκειται για ένα τραγούδι με γαμάτο ρυθμό και καλογυαλισμένη παραγωγή (παρόλο που σου βγάζει μια “βρωμιά”) που σου φτιάχνει κατευθείαν τη διάθεση και σε κάνει λίγο χειρότερο οδηγό όταν το ακούς στο αμάξι λόγω πόρωσης!
Υ.Γ. Εξαιρετική είναι και η Blues αριστή διασκευή στο πασίγνωστο Stop που ακολουθεί στο άλμπουμ.

First Blood

Κείμενο/επιλογή photo: Κυριάκος Κουντουπίδης
‘Eνας “φουσκωτός” με κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά, γυμνός από την μέση και πάνω πυροβολάει κατά ριπάς ρίχνοντας κάτω σαν μύγες Ρώσους / Βιετκόνγκ. Δεν  μασάει και πολύ γενικώς, πέρα από κάποιες γραντζουνιές εδώ κι εκεί, καθώς ανατινάζει εύκολα τα αρχηγεία τους στο Αφγανιστάν των μεν στις ζούγκλες του Βιετνάμ των δε. Σώζοντας όλους τους καλούς Αμερικάνους σε ξένο έδαφος, φεύγει με ελικόπτερο δείχνοντας άλλη μια φορά την “υπεροχή” της Αμερικής.
Ακόμα και αν δεν έχεις δει τις ταινίες γνωρίζεις την φιγούρα του και κατά πάσα πιθανότητα  έχεις χρησιμοποιήσει κοροϊδευτικά στην καθημερινότητά σου το επώνυμό του χαρακτηρίζοντας κάποιον μάτσο κάγκουρα, ή κάποιον που πάει να πουλήσει μαγκιές ως Ράμπο. Και θα ήσουν εντελώς σωστός αν δεν ήταν όμως αυτή η πρώτη ταινία…
Είναι σχεδόν αστείο πώς το κινηματογραφικό ξεκίνημα του ήρωα απέχει κατά πολύ από τα sequel  που περιγράφουν τα παραπάνω. Εδώ ο John Rambo, απόστρατος του πολέμου στο Βιετνάμ, περιπλανιέται στην πολιτεία της Washington  προσπαθώντας να αντιμετωπίσει αυτά που έζησε αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Φτάνοντας σε μια κωμόπολη αρχίζει να παρενοχλείται έντονα από τις τοπικές αρχές σε σημείο να συλλαμβάνεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και έπειτα από κακομεταχείριση στα κρατητήρια αναβιώνει τα βασανιστήρια που υπέστη στον πόλεμο και κάπου εκεί το μυαλό του αρχίζει να σπάει. Έτσι αρχίζει μια απόδραση και ανηλεής καταδίωξη του στο δάσος, όπου όντας στο στοιχείο του πλέον, ξεκινάει τον προσωπικό του πόλεμο με αυτούς που τον αδίκησαν και ένα έθνος που τον παραμέλησε.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του David Morell, το First Blood είναι μια δραματική περιπέτεια  και άλλη μια ευκαιρία του Sylvester Stallone να παίξει έναν εικονικό ρόλο. Η κοινωνική κριτική για την αντιμετώπιση που είχαν οι βετεράνοι από την Αμερικανική κυβέρνηση είναι έντονη σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ειδικά στο φινάλε μέσα από ένα μονόλογο του πρωταγωνιστή χωρίς φυσικά να λείπουν οι καλογυρισμένες και αγωνιώδεις σκηνές δράσης. Τα δάση του Καναδά όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα δίνουν ένα υπέροχο background στον ήρωα να στήσει έναν ανταρτοπόλεμο ενάντια στους αστυνομικούς που τον καταδιώκουν.
Ο πάντα συμπαθής Stallone εδώ δίνει μια από τις καλές  ερμηνείες του (δεν είναι όσο κακός ηθοποιός νομίζεις) και υφολογικά η ταινία δεν αποτελεί γενικά την εικόνα που έχεις για τον Rambo. Εδώ δεν πέφτουν κορμιά όπως στα sequel με έναν θάνατο μόνο να συμβαίνει στην οθόνη και αυτό από λάθος. Χαρακτηριστικό της διαφοράς ύφους ότι στην αρχική της μορφή όπως και στο βιβλίο ο πρωταγωνιστής πεθαίνει. Αλλά η παραγωγή προβλέποντας την επιτυχία το άλλαξε τελευταία στιγμή με αποτέλεσμα 3 κατώτερα sequel τα οποία έχουν μεν την πλάκα τους ως αγνή 80s διασκέδαση,  αλλά τους λείπει και η ωριμότητα  και το πολιτικό σχόλιο του First Blood.
Προτείνεται λοιπόν για να δεις πώς στήνεται μια καλογυρισμένη παραδοσιακή περιπέτεια, αλλά και πώς το Hollywood ενίοτε μπορεί να αλλάξει τα φώτα σε έναν χαρακτήρα βιβλίου προκειμένου να χτίσει ένα franchise…

The Crow

Κείμενο/επιλογή photo: Κυριάκος Κουντουπίδης
Ο  Eric Draven θα δολοφονηθεί από συμμορία που εισβάλει σπίτι του και η αρραβωνιαστικιά του Shelly θα καταλήξει λίγο αργότερα στο νοσοκομείο, ύστερα από βιασμό και ξυλοδαρμό από την ίδια συμμορία. Ένα χρόνο μετά, ο Eric θα βγει από τον τάφο του με τη βοήθεια ενός κορακιού (που σύμφωνα με τον θρύλο μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών) και θα αναζητήσει έναν-έναν τους υπαίτιους προκείμενου να εκδικηθεί και να αναπαυθεί.

Βασισμένο στο ομώνυμο comic του James O’ Bar ( το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε σε τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την προσωπική ζωή του κομίστα) το The Crow συχνά μνημονεύεται ως η ταινία που στοίχισε τη ζωή του πρωταγωνιστή Brandon Lee ( γιού του Bruce Lee ) από κανονική σφαίρα όπλου σε μια σκηνή γυρισμάτων. Το τραγικό αυτό γεγονός επισκίασε την ταινία κάνοντας πολλούς να βάζουν σε δεύτερη μοίρα ότι είναι στην ουσία μια από τις καλύτερες και πιο εμβληματικές ταινίες των 90s.

Το The Crow είναι ο ορισμός της σωστής απόδοσης ατμόσφαιρας σε ταινία. Τόσο η απεικόνιση της πόλης με την gothic αρχιτεκτονική (που μπροστά της η Gotham City φαίνεται παιδότοπος) όσο και του υποκόσμου της, είναι στυλιζαρισμένα με τον καλύτερο τρόπο παραπέμποντας ταυτόχρονα σε noir ταινίες. Το αποπνικτικό, πάντα βροχερό Detroit (οι δρόμοι και τα σοκάκια του οποίου ελέγχονται από συμμορίες) δίνει το backcround στην προσπάθεια του ήρωα της ταινίας να αποδώσει την προσωπική του δικαιοσύνη. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα soundtrack τόσο από gothic rock όσο και metal μπάντες της εποχής, την καθιστά μια απ τις πιο ιδιαίτερες  μεταφορές comic στη μεγάλη οθόνη.
   
Το υπερφυσικό στοιχείο είναι απλά ένα όχημα που οδηγεί μια στην ουσία της δραματική ταινία εκδίκησης και λύτρωσης σε ένα συγκινητικό φινάλε.Δεν λείπουν φυσικά οι υπέροχα σκηνοθετημένες σκηνές δράσης ( ειδικά στη σκηνή πυροβολισμών του αρχηγείου της συμμορίας) και τα εφιαλτικά flashback όπως και  οι ευφάνταστοι τρόποι εκδίκησης του πρωταγωνιστή. Αν και στα πρώτα του βήματα στο Hollywood ,που έμελλε δυστυχώς να είναι και  τα τελευταία του, ο Brandon Lee δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία το ίδιο και ο ιδιαίτερα   υποτιμημένος και αγαπημένος μου Michael Wincott ( γνωστή φάτσα σχεδόν πάντα σε ρόλο κακού).

Παρότι αγκαλιάστηκε κυρίως από την gothic κουλτούρα και αδίκως λόγω αυτού θεωρείται ταινία της εποχής της,το The Crow απέκτησε γρήγορα  cult status. Μια ταινία ορόσημο της δεκαετίας του 90 που επιβάλλεται να δεις, ασχέτως αν δεν είσαι φίλος των σκοτεινών comics ή του σινεμά του φανταστικού εν γένει..