Kodachrome

Κείμενο,Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κουντουπίδης
 

Στο Kodachrome Ed Harris υποδύεται τον Ben , έναν ηλικιωμένο και καταξιωμένο επαγγελματικά φωτογράφο, ένα πρότυπο για τους νέους του χώρου κι έναν αξιοσέβαστο καλλιτέχνη στα μάτια των παλιών. Έχει χαράξει τα αρχικά του βαθιά και ανεξίτηλα στον κόσμο της φωτογραφίας κι έχει δώσει όλο του το είναι, με προσωπικές θυσίες, γι’ αυτό που αγαπάει περισσότερο στη ζωή.

Ο γιος του απ’ την άλλη o Matt, τον οποίον ενσαρκώνει ο Jason Sudeikis, δεν έχει την ίδια επιτυχία στη δουλειά του ούτε και την ίδια γνώμη για τον πατέρα του. Κυνηγός ταλέντων σε μια δευτεροκλασάτη δισκογραφική εταιρεία, βρίσκεται στα πρόθυρα της απόλυσης, αν δεν καταφέρει να προσελκύσει στο δυναμικό της εταιρείας ένα ανερχόμενο συγκρότημα.  Σ’ αυτήν τη δύσκολη φάση, τον επισκέπτεται στο γραφείο του η νοσοκόμα και προσωπική βοηθός του πατέρα του. Εκεί του ανακοινώνει πως ο πατέρας του, με τον οποίον έχει αποξενωθεί εδώ και χρόνια, διανύει τις τελευταίες μέρες του πάνω στη Γη και τον θέλει μαζί του σε ένα μακρινό ταξίδι 7 ημερών προς το Κάνσας. Σκοπός του είναι να εκτυπώσει σε μορφή Kodachrome κάτι παλιά φιλμ που τα είχε να σκονίζονται στο ράφι, λίγο πριν καταργηθεί για πάντα αυτού του είδους η εκτύπωση σε slides.

Σ’ αυτήν την πρόταση ο Matt αρχικά εμφανίζεται κάθετα αρνητικός δίνοντας την εντύπωση ότι μισεί τον πατέρα του κι ότι τον θεωρεί ένα κυνικό ρεμάλι που του αξίζει να πεθάνει. Τον κατηγορεί μάλιστα πως δεν του φέρθηκε ποτέ σαν πατέρας και δε σεβάστηκε τη συχωρεμένη τη μητέρα του, μια και μοίραζε το πουλί του δεξιά κι αριστερά όπως μοιράζει η pizza fan τα κουπόνια της. Μετά από λίγες μέρες και ψήσιμο, εν τέλει πείθεται να συνοδέψει τον Ben και τη βοηθό του Ζοe (Elizabeth Olsen) στο Κάνσας κι έτσι ξεκινάει ένα πολύ ενδιαφέρον roadtrip. Ενδιαφέρον γιατί εστιάζει σε βαθιά προβληματικές σχέσεις χωρίς να προσπαθεί να τις αμβλύνει, τουλάχιστον όχι για μεγάλο μέρος της ταινίας.

Oι συνταξιδιώτες, βαθιά πληγωμένοι από διάφορες καταστάσεις, προσπαθούν αρχικά να ανεχθούν ο ένας τον άλλον ενώ προς το τέλος σε μια συγκινητική στιγμή ανάμεσα σε πατέρα και γιο καταλήγουν όχι να αποδέχονται απαραίτητα αλλά έστω να καταλαβαίνουν ο ένας τη συμπεριφορά του άλλου. Αυτή η κατανόηση είναι που φέρνει τη λύτρωση, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι ξεδιπλώνεται στιγμή-στιγμή όλη τους ή ζωη, όπως ακριβώς  οι φωτογραφίες του φιλμ διαδέχονται η μία την άλλη.

https://www.youtube.com/watch?v=g3IvVejktJE

Joe Bonamassa The Ballad of John Henry

Κείμενο,Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κουντουπίδης
 

Ο Joe Bonamassa είναι ένας απ’ τους πιο ιδιαίτερους κιθαρίστες στον κόσμο τη σήμερον ημέρα. Λάτρης των blues και της rock μουσικής, τα έχει συγκεράσει στις συνθέσεις του με τον καλύτερο τρόπο. Εντυπωσιακός στο παίξιμό του με μελωδικά κιθαριστικά σόλο και δυναμικά riffs, άλλοτε απλός κι ευθύς κι άλλοτε βιρτουόζος, σου δίνει την εντύπωση ότι μπορεί με εκνευριστική ευκολία να παίξει τα πάντα. Όμως παίζει αυτά που εκείνος γουστάρει και ακούει από μικρό παιδί.

Το The ballad of John Henry αποτελεί το πρώτο τραγούδι του ομώνυμου δίσκου του, που κυκλοφόρησε το 2009 και είναι το απόλυτο τραγούδι. Το γερό του μπάσιμο στην αρχή, τα ορχηστρικά αλά Zeppelin περάσματα, οι κολλητικές φωνητικές μελωδίες (ξέχασα ν’ αναφέρω ότι ο Bonamassa είναι και τραγουδιστής στην μπάντα του) και η γενικότερη ατμόσφαιρα που αποπνέει με τη λίγη συνθετική φαντασία που απαίτησε απ’ τον δημιουργό του, είναι υπεραρκετά για να σε κάνουν να ακούσεις το τραγούδι (κι έπειτα τον υπόλοιπο δίσκο που δεν πάει πίσω) ξανά και ξανά. Γιατί πάνω απ΄ όλα μετράει η αίσθηση που σου αφήνει, ότι πρόκειται για ένα τραγούδι με γαμάτο ρυθμό και καλογυαλισμένη παραγωγή (παρόλο που σου βγάζει μια “βρωμιά”) που σου φτιάχνει κατευθείαν τη διάθεση και σε κάνει λίγο χειρότερο οδηγό όταν το ακούς στο αμάξι λόγω πόρωσης!
Υ.Γ. Εξαιρετική είναι και η Blues αριστή διασκευή στο πασίγνωστο Stop που ακολουθεί στο άλμπουμ.

First Blood

Κείμενο/επιλογή photo: Κυριάκος Κουντουπίδης
‘Eνας “φουσκωτός” με κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά, γυμνός από την μέση και πάνω πυροβολάει κατά ριπάς ρίχνοντας κάτω σαν μύγες Ρώσους / Βιετκόνγκ. Δεν  μασάει και πολύ γενικώς, πέρα από κάποιες γραντζουνιές εδώ κι εκεί, καθώς ανατινάζει εύκολα τα αρχηγεία τους στο Αφγανιστάν των μεν στις ζούγκλες του Βιετνάμ των δε. Σώζοντας όλους τους καλούς Αμερικάνους σε ξένο έδαφος, φεύγει με ελικόπτερο δείχνοντας άλλη μια φορά την “υπεροχή” της Αμερικής.
Ακόμα και αν δεν έχεις δει τις ταινίες γνωρίζεις την φιγούρα του και κατά πάσα πιθανότητα  έχεις χρησιμοποιήσει κοροϊδευτικά στην καθημερινότητά σου το επώνυμό του χαρακτηρίζοντας κάποιον μάτσο κάγκουρα, ή κάποιον που πάει να πουλήσει μαγκιές ως Ράμπο. Και θα ήσουν εντελώς σωστός αν δεν ήταν όμως αυτή η πρώτη ταινία…
Είναι σχεδόν αστείο πώς το κινηματογραφικό ξεκίνημα του ήρωα απέχει κατά πολύ από τα sequel  που περιγράφουν τα παραπάνω. Εδώ ο John Rambo, απόστρατος του πολέμου στο Βιετνάμ, περιπλανιέται στην πολιτεία της Washington  προσπαθώντας να αντιμετωπίσει αυτά που έζησε αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό. Φτάνοντας σε μια κωμόπολη αρχίζει να παρενοχλείται έντονα από τις τοπικές αρχές σε σημείο να συλλαμβάνεται χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και έπειτα από κακομεταχείριση στα κρατητήρια αναβιώνει τα βασανιστήρια που υπέστη στον πόλεμο και κάπου εκεί το μυαλό του αρχίζει να σπάει. Έτσι αρχίζει μια απόδραση και ανηλεής καταδίωξη του στο δάσος, όπου όντας στο στοιχείο του πλέον, ξεκινάει τον προσωπικό του πόλεμο με αυτούς που τον αδίκησαν και ένα έθνος που τον παραμέλησε.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του David Morell, το First Blood είναι μια δραματική περιπέτεια  και άλλη μια ευκαιρία του Sylvester Stallone να παίξει έναν εικονικό ρόλο. Η κοινωνική κριτική για την αντιμετώπιση που είχαν οι βετεράνοι από την Αμερικανική κυβέρνηση είναι έντονη σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ειδικά στο φινάλε μέσα από ένα μονόλογο του πρωταγωνιστή χωρίς φυσικά να λείπουν οι καλογυρισμένες και αγωνιώδεις σκηνές δράσης. Τα δάση του Καναδά όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα δίνουν ένα υπέροχο background στον ήρωα να στήσει έναν ανταρτοπόλεμο ενάντια στους αστυνομικούς που τον καταδιώκουν.
Ο πάντα συμπαθής Stallone εδώ δίνει μια από τις καλές  ερμηνείες του (δεν είναι όσο κακός ηθοποιός νομίζεις) και υφολογικά η ταινία δεν αποτελεί γενικά την εικόνα που έχεις για τον Rambo. Εδώ δεν πέφτουν κορμιά όπως στα sequel με έναν θάνατο μόνο να συμβαίνει στην οθόνη και αυτό από λάθος. Χαρακτηριστικό της διαφοράς ύφους ότι στην αρχική της μορφή όπως και στο βιβλίο ο πρωταγωνιστής πεθαίνει. Αλλά η παραγωγή προβλέποντας την επιτυχία το άλλαξε τελευταία στιγμή με αποτέλεσμα 3 κατώτερα sequel τα οποία έχουν μεν την πλάκα τους ως αγνή 80s διασκέδαση,  αλλά τους λείπει και η ωριμότητα  και το πολιτικό σχόλιο του First Blood.
Προτείνεται λοιπόν για να δεις πώς στήνεται μια καλογυρισμένη παραδοσιακή περιπέτεια, αλλά και πώς το Hollywood ενίοτε μπορεί να αλλάξει τα φώτα σε έναν χαρακτήρα βιβλίου προκειμένου να χτίσει ένα franchise…

The Crow

Κείμενο/επιλογή photo: Κυριάκος Κουντουπίδης
Ο  Eric Draven θα δολοφονηθεί από συμμορία που εισβάλει σπίτι του και η αρραβωνιαστικιά του Shelly θα καταλήξει λίγο αργότερα στο νοσοκομείο, ύστερα από βιασμό και ξυλοδαρμό από την ίδια συμμορία. Ένα χρόνο μετά, ο Eric θα βγει από τον τάφο του με τη βοήθεια ενός κορακιού (που σύμφωνα με τον θρύλο μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών) και θα αναζητήσει έναν-έναν τους υπαίτιους προκείμενου να εκδικηθεί και να αναπαυθεί.

Βασισμένο στο ομώνυμο comic του James O’ Bar ( το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε σε τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την προσωπική ζωή του κομίστα) το The Crow συχνά μνημονεύεται ως η ταινία που στοίχισε τη ζωή του πρωταγωνιστή Brandon Lee ( γιού του Bruce Lee ) από κανονική σφαίρα όπλου σε μια σκηνή γυρισμάτων. Το τραγικό αυτό γεγονός επισκίασε την ταινία κάνοντας πολλούς να βάζουν σε δεύτερη μοίρα ότι είναι στην ουσία μια από τις καλύτερες και πιο εμβληματικές ταινίες των 90s.

Το The Crow είναι ο ορισμός της σωστής απόδοσης ατμόσφαιρας σε ταινία. Τόσο η απεικόνιση της πόλης με την gothic αρχιτεκτονική (που μπροστά της η Gotham City φαίνεται παιδότοπος) όσο και του υποκόσμου της, είναι στυλιζαρισμένα με τον καλύτερο τρόπο παραπέμποντας ταυτόχρονα σε noir ταινίες. Το αποπνικτικό, πάντα βροχερό Detroit (οι δρόμοι και τα σοκάκια του οποίου ελέγχονται από συμμορίες) δίνει το backcround στην προσπάθεια του ήρωα της ταινίας να αποδώσει την προσωπική του δικαιοσύνη. Αυτό, σε συνδυασμό με ένα soundtrack τόσο από gothic rock όσο και metal μπάντες της εποχής, την καθιστά μια απ τις πιο ιδιαίτερες  μεταφορές comic στη μεγάλη οθόνη.
   
Το υπερφυσικό στοιχείο είναι απλά ένα όχημα που οδηγεί μια στην ουσία της δραματική ταινία εκδίκησης και λύτρωσης σε ένα συγκινητικό φινάλε.Δεν λείπουν φυσικά οι υπέροχα σκηνοθετημένες σκηνές δράσης ( ειδικά στη σκηνή πυροβολισμών του αρχηγείου της συμμορίας) και τα εφιαλτικά flashback όπως και  οι ευφάνταστοι τρόποι εκδίκησης του πρωταγωνιστή. Αν και στα πρώτα του βήματα στο Hollywood ,που έμελλε δυστυχώς να είναι και  τα τελευταία του, ο Brandon Lee δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία το ίδιο και ο ιδιαίτερα   υποτιμημένος και αγαπημένος μου Michael Wincott ( γνωστή φάτσα σχεδόν πάντα σε ρόλο κακού).

Παρότι αγκαλιάστηκε κυρίως από την gothic κουλτούρα και αδίκως λόγω αυτού θεωρείται ταινία της εποχής της,το The Crow απέκτησε γρήγορα  cult status. Μια ταινία ορόσημο της δεκαετίας του 90 που επιβάλλεται να δεις, ασχέτως αν δεν είσαι φίλος των σκοτεινών comics ή του σινεμά του φανταστικού εν γένει..

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ Η ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

(c) 2steps.gr
Η τραγωδία έχει σαν θέμα τη θυσία της Ιφιγένειας στην Άρτεμη. Θυσία που έχει ζητήσει επιτακτικά η θεά (μέσω μαντείας) προκειμένου  να αφήσει τα πλοία των Ελλήνων να αποπλεύσουν για την Τροία.

Το κεντρικό πρόσωπο παρόλα αυτά ΔΕΝ είναι η Ιφιγένεια, παρότι με μεγάλη γενναιότητα αποδέχεται τη μοίρα της με αποτέλεσμα τελικώς να σωθεί (στη θέση της η θεά τοποθέτησε ένα ελάφι). Το κεντρικό πρόσωπο είναι ο πατέρας της, ο Αγαμέμνων. Ο  «πολύς» Αγαμέμνων  που ανέλαβε την αρχηγία του στρατού, που  οδήγησε το στόλο στην Αυλίδα, που υποσχέθηκε ένα πλιάτσικο ομηρικών διαστάσεων και τώρα είναι αναγκασμένος, να θυσιάσει τη κόρη του.

Η παγίδα των θεών, της μοίρας ή του ανθρώπου είναι αόρατη. Σε περιμένει, εκεί σε κάποιο σημείο της διαδρομής.  Όσο μεγαλύτερο το θήραμα τόσο μεγαλύτερο το τίμημα. Όσο πιο εύκολος ο δρόμος, τόσο πιο απότομο το πέσιμο.

Όλοι οι χαρακτήρες κλονίζονται μπροστά  στη θυσία ενός κοριτσιού που δεν φταίει σε τίποτα. Ο Μενέλαος, ο ίδιος ο Αγαμέμνονας ακόμα και ο Αχιλλέας. Δεν μπορούν όμως να αποτρέψουν το μοιραίο. Ποια η αξία της βασιλοπούλας μπροστά στο χρυσάφι της Τροίας; Ποιος άραγε και πως μπορεί να ξεφύγει από αυτή τη πραγματικότητα;


«Εκεί που φτάσαμε, παράτα τις ντροπές,
  μείνε. Θα κοιτάμε ντροπές, αν βγει κέρδος;»

Εκδόσεις: Οδυσσέας Χατζόπουλος
Εισαγωγή, Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου
Μετάφραση: Κ. Γεωργουσόπουλος (Κ.Χ. ΜΥΡΗΣ)

Kyuss, Welcome to Sky Valley

Κείμενο/επιλογή photo: Κυριάκος Κουντουπίδης

Οι Kyuss ήταν ένα Καλιφορνέζικο συγκρότημα  που ιδρύθηκε το 1987. Tο Welcome to Sky Valley είναι ο τρίτος εκ των τεσσάρων δίσκων των Kyuss ( τουλάχιστον με αυτή την ονομασία ) και  θεωρείται ο πιο επιδραστικός τους και αυτός που στην ουσία βοήθησε στην άνοδο  του stoner rock/metal ειδικά στη χώρα μας.

Τα κομμάτια είναι ένα και ένα.Το Asteroid ένα instrumental με παύσεις, εξάρσεις και ένα λυσσασμένο φινάλε, τα αλλόκοτα ωραία Supa Scupa and Mighty Scoop και 100°. Κάπου εδώ ξεχωρίζει το πιο χαλαρό και τριπαριστό Space Cadet ( το δικό τους Planet Caravan ίσως) η πιο ήπια και ιδιαίτερη στιγμή του album.Το πασίγνωστο και  κολλητικό Demon Cleaner με τα  χαρακτηριστικά του μπασοτύμπανα καθώς και τα σύντομα αλλά “περιεκτικά” Conan Τroutman και N.O. Και φυσικά το Odyssey που κάνει έναν εκπληκτικό κύκλο με την εισαγωγή και το κλείσιμό  του (και τι φοβερό σκάσιμο!)

Τα αριστουργήματα όμως του δίσκου είναι η αρχή και το φινάλε του.Το Whitewater στα 9 λεπτά διάρκειάς του και ένα μπάσο από τα καλύτερα που έχεις ακούσει, κλείνει τον δίσκο με τον κατάλληλο τρόπο χωρίς να κουράζει δευτερόλεπτο. Και φυσικά το εναρκτήριο και  προσωπικό μου αγαπημένο Gardenia με το βομβώδες riff ( σαν φορτηγό που παλεύει να ξεκολλήσει από λάσπη) που βγάζει μια “βρωμιά”  που μόλις συνηθίσεις καταντάει κολλητικό.

Το δε εξώφυλλο με έναν περίεργο τρόπο χωρίς να είναι κάτι εμπνευσμένο είναι από τα αγαπημένα μου. Δίνει την ατμόσφαιρα του δίσκου με την φωτογραφία του στη δύση του ηλίου.Σαν να σε προσκαλεί το ίδιο σε ένα από τα live που διοργάνωναν στην έρημο πριν την διάλυσή τους…

https://www.youtube.com/watch?v=kuoN1izAjSc

ΑΝΤΙΓΟΝΗ, ΣΟΦΟΚΛΗΣ

Τι είναι αυτό που κάνει τον Κρέοντα παρανοϊκό; Γιατί επιμένει να αφήσει τον Πολυνείκη άθαφτο και να θάψει την Αντιγόνη ζωντανή; Γιατί εντέλει προκαλεί την αυτοκτονία του  γιου του Αίμονα και της γυναίκας του Ευρυδίκης.  Ποιοι θεοί και πια μοίρα τον καταράστηκαν;  
 
Ο Σοφοκλής  παρουσιάζει  το καθήκον , την υποχρέωση, τη μοίρα, την παράνοια, την  εμμονή, την αγάπη, τον έρωτα μέσα από τα πάθη των τραγικών του χαρακτήρων και τους διαχρονικούς διαλόγους που αυτοί ανταλλάσουν.
 
Κανένας από τους ήρωες δεν έχει καλό τέλος. Όλοι είναι δέσμιοι. Όλοι είναι παγιδευμένοι σε αυτό που θέλουν και που πρέπει να κάνουν. Η ζωή τους, η φυσική τους υπόσταση είναι ασήμαντη μπροστά στο χρέος τους. 

 

Εκδόσεις: Οδυσσέας Χατζόπουλος.
Εισαγωγή Σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου.
Μετάφραση: Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ (Κ.Χ.ΜΥΡΗΣ).

Van Morrison & The Chieftains- Irish Heartbeat

Κείμενο,  Επιλογή Φωτογραφίας: Αλέξανδρος Κουντουπίδης  
 
 
Όταν τον πατέρα σου τον πιάνει μια ξαφνική τζάζλα κι ένα βράδυ αρχίζει να τηλεφωνεί στον ραδιοφωνικό σταθμό που άκουγε για να ρωτήσει ποιο τραγούδι παίχτηκε στις 22:25 και την επόμενη μέρα έχει πάει στα Metropolis ν’ αγοράσει το CD που του υπέδειξαν, έ! Aξίζει να του αφιερώσεις μια ακρόαση! Όταν δε διαπιστώνεις ότι από μια τυχαία ακρόαση  μιας βραδιάς κι ενός μόνο τραγουδιού μπήκε μέσα στο σπίτι σου ένας μαγικός δίσκος, δεν μπορείς παρά να τον ευγνωμονείς.
Ο λόγος για τη συνεργασία του Van Morrison με μια παραδοσιακή ιρλανδική μπάντα, τους Chieftains. Κατά κύριο λόγο “μαζεύουν” τραγούδια και ποιήματα της ιρλανδικής παράδοσης και τ’ αποδίδουν μ’ έναν  ξεχωριστό, παραμυθένιο τρόπο, ταξιδεύοντας τον ακροατή άλλοτε σε φθινοπωρινά τοπία όπου περιδιαβαίνει μόνος του, αυτός και οι σκέψεις του, άλλοτε σε γλέντια στην ύπαιθρο γιορτάζοντας τον γάμο μιας χωριατοπούλας κι άλλοτε σε μονοπάτια της ιρλανδικής φύσης ακολουθώντας τον έρωτα της ζωής του. Με λίγα λόγια μας μεταφέρουν στην καρδιά της Ιρλανδίας.
Μπορεί ο Van Morrison να μην έχει την καλύτερη φωνή στον κόσμο, μπορεί να μην είναι καν καλή, μπορεί ακόμα και να παραφωνίζει σε κάποια σημεία, ο λυρισμός του όμως και το συναίσθημα που βγάζει σε όλον τον δίσκο (Irish Heartbeat) σε συνδυασμό με τις μαγικές συνθέσεις απ’ τους Chieftains δε γίνεται να μην σου μεταδώσουν την αγάπη τους για την ιρλανδική μουσική και να μην σε κάνουν μέτοχο αυτής της υπέροχης μυσταγωγίας. Ιδανικό άκουσμα τώρα που αρχίζουν και οι βροχούλες…
 

Demians – Building an empire

Κείμενο,  Επιλογή Φωτογραφίας: Αλέξανδρος Κουντουπίδης


Για να χτίσει κάποιος μια αυτοκρατορία χρειάζεται πολύς κόπος, χρόνος, χρήμα και πάνω απ’ όλα άξιους και έμπιστους συνεργάτες και συνοδοιπόρους στο όραμά του. Ο Γάλλος μουσικός Nicholas Chapel βέβαια τα κατάφερε και μόνος του. Το Building an empire ,όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, είναι το πρώτο του μουσικό πόνημα στο οποίο έβαλε και κατ’εμέ εξάντλησε κιόλας όλη τη δημιουργικότητα και το ταλέντο του ως συνθέτης. Πέρα από το γεγονός ότι έχει μια αρκετά καλή φωνή με ιδιαίτερη χροιά και χαρακτηριστικά περίεργη προφορά της αγγλικής γλώσσας στους στίχους των τραγουδιών του, αξίζει να σημειωθεί πως παίζει και γράφει μουσική για όλα τα μουσικά όργανα του δίσκου (εκτός από τα βιολιά).

Έτσι μοναχός του, ο Chapel δημιούργησε τους Demians κι ενώ ξεκίνησε ως one man band στο άλμπουμ, στη συνέχεια ήρθαν και προστέθηκαν κι άλλοι μουσικοί βοηθώντας τον να δημιουργήσει άλλα 3 άλμπουμ αλλά και να γίνουν ένα live συγκρότημα (καθώς ο Chapel δεν έχει 6 χέρια).
Έτσι μοναχός του, ο Chapel δημιούργησε τους Demians κι ενώ ξεκίνησε ως one man band στο άλμπουμ, στη συνέχεια ήρθαν και προστέθηκαν κι άλλοι μουσικοί βοηθώντας τον να δημιουργήσει άλλα 3 άλμπουμ αλλά και να γίνουν ένα live συγκρότημα (καθώς ο Chapel δεν έχει 6 χέρια).
Μουσικά το building an empire ταξιδεύει τον ακροατή σε progressive rock και metal μονοπάτια με διακριτικά στοιχεία folk σε λίγα σημεία του δίσκου και με άλλοτε έντονες, δυναμικές κι άλλοτε ήπιες, μελαγχολικές μελωδίες στις οποίες η λυρική διάθεση του Chapel είναι περίσσια. 
Το τραγούδι που παραθέτω ως “δείγμα” μπορεί να μην είναι δημοφιλές (όπως και το ίδιο το συγκρότημα εξάλλου) και ραδιο-φιλικό, όμως είναι χαρακτηριστικό της πολυμορφίας των συνθέσεων και της μουσικής και στιχουργικής ευαισθησίας του ιθύνοντα νου των Demians.

The Neon Demon

Κείμενο/επιλογή photo – Κυριάκος Κουντουπίδης


Η Jessie είναι ανερχόμενο μοντέλο που καταφτάνει στο Los Angeles χωρίς εμφανή οικογενειακό κύκλο. Οριακά ενήλικη και με παράξενη ομορφιά, θα προκαλέσει σύντομα το θαυμασμό αλλά και τον φθόνο των άλλων κοριτσιών, καθώς θ’ αποκτήσει σχετικά γρήγορα δόξα. Μια δόξα που ο “δαίμονάς” της σύντομα θα την αλλοιώσει…

Το The Neon Demon είναι η πιο πρόσφατη ταινία του  Nicolas Winding Refn που δίχασε κριτικούς και αγνοήθηκε από την πλειοψηφία του κοινού. Η αλήθεια είναι ότι αν και το εν λόγω site  ονομάζεται protino δεν είμαι σίγουρος πού προτείνω αυτήν την ταινία. Το σενάριο είναι υποτυπώδες, το σχόλιο για την ανθρωπινή ματαιοδοξία δεν αναπτύσσεται επαρκώς και ο ρυθμός είναι ιδιαίτερα αργός. Και υπάρχει από το πουθενά ένα φινάλε που πιθανότατα θα εξοργίσει αυτούς που δεν αρέσκονται στο horror.

Είναι όμως  κάποιες ταινίες που σε κερδίζουν με το εικαστικό κομμάτι τους, αποτελώντας πιο πολύ μια εμπειρία θέασης. Το The Neon Demon είναι από αυτές τις ταινίες. Η τέλεια χρωματική παλέτα που χρησιμοποιεί ο Refn (και που θυμίζει έντονα το Suspiria του Argento), τα αψεγάδιαστα κιουμπρικά πλάνα του και φυσικά το υπνωτιστικό soundtrack του Cliff Martinez, κάνουν την ταινία μια εμπειρία που όμοιά της σπάνια ζεις στο σινεμά. Και φυσικά διαθέτει ένα υπέροχα νοσηρό τελευταίο 20λεπτο, που η ταινία δε σε άφησε να προβλέψεις και είναι πλέον θέμα γούστου αν θα σ’αρέσει.

Η αγαπημένη μου ταινία του 2016,το The Neon Demon είναι ένα μικρό οπτικοακουστικό αριστούργημα που θα αγαπηθεί από λίγους αλλά πολύ…